ἄτολμος

ἄτολμος
ᾰτολμος
1 unadventurous

θυμὸς ἄτολμος ἐών N. 11.32


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄτολμος — daring nothing masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άτολμος — η, ο (AM ἄτολμος, ον) [τόλμη] αυτός που δεν έχει τόλμη, ο δειλός …   Dictionary of Greek

  • άτολμος, -η — ο αυτός που δεν έχει τόλμη, ο δειλός: Ήταν γυναίκα άτολμη, γι αυτό και πάντα υποχωρούσε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀτολμότερον — ἄτολμος daring nothing adverbial comp ἄτολμος daring nothing masc acc comp sg ἄτολμος daring nothing neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἄτολμος — ἄτολμος , ἄτολμος daring nothing masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτολμοτέρων — ἄτολμος daring nothing fem gen comp pl ἄτολμος daring nothing masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτολμότατον — ἄτολμος daring nothing masc acc superl sg ἄτολμος daring nothing neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτόλμως — ἄτολμος daring nothing adverbial ἄτολμος daring nothing masc/fem acc pl (doric) ἀ̱τόλμως , ἀτολμόω to be imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀτολμόω to be imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄτολμον — ἄτολμος daring nothing masc/fem acc sg ἄτολμος daring nothing neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτολμοτάτην — ἄτολμος daring nothing fem acc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτολμοτάτου — ἄτολμος daring nothing masc/neut gen superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”